Όποτε ξεκινάω να κάνω κάτι καινούργιο, από το να γραφτώ στο γυμναστήριο μέχρι να φτιάξω τη δική μου σόλο περφόρμανς, υπάρχει πάντα ένα σημείο στο οποίο πολύ γρήγορα θα βρεθώ: το σημείο της Αντίστασης. Ξεκινάω με φόρα, σίγουρη για τον εαυτό μου και τις ικανότητές μου και βέβαιη ότι το θέλω παράφορα, και σύντομα πέφτω με τα μούτρα πάνω στην Αντίσταση. Ή αυτή πέφτει με τα μούτρα πάνω σε μένα. Και τότε όλα παγώνουν: δεν θέλω να κάνω τίποτα από αυτά που ξεκίνησα να κάνω και ταυτόχρονα τα ακυρώνω όλα, αυτά που με τόση χαρά, κόπο και – δε ντρέπομαι να ομολογήσω – καμάρι κατόρθωσα μέχρι στιγμής να πετύχω. Αντίσταση είναι εκείνη η φάση που ξαφνικά όλα τα υπόλοιπα φαντάζουν πολύ πιο σημαντικά και επείγοντα από αυτά που έχω στ΄αλήθεια να κάνω: να δω εκείνη την αμερικάνικη αστυνομική σειρά (και τους 7 κύκλους) γιατί πρέπει οπωσδήποτε να μελετήσω την υποκριτική των ηθοποιών (λέμε τώρα), να διαβάσω την ελληνική μετάφραση του τάδε βιβλίου που έχω ήδη διαβάσει τρεις φορές στα αγγλικά, να ψάξω να βρω ποιο σεμινάριο οπουδήποτε στον κόσμο θα παρακολουθούσα αν είχα το χρόνο και τα χρήματα, να καθαρίσω το σπίτι (ειδικά πίσω από το πλυντήριο και μέσα στα ντουλάπια) και να τακτοποιήσω επιτέλους την αποθήκη. Α, και να μην ξεχάσω να πλύνω το ποδήλατο, να μελετήσω κβαντική φυσική και να κάνω επανάληψη τα γαλλικά που παράτησα πριν από τρία χρόνια.

 

Με λίγα λόγια, αυτό που θέλω να πω είναι ότι Δεν Θέλω Να Σου Πω Τίποτα Για Το Σακίδιό Μου. Απολύτως τίποτα. Μην επιμένεις. Πώς είναι δυνατόν αυτή να ήταν ποτέ μια καλή ιδέα; Τί σκεφτόμουν όταν την σκεφτόμουν;

 

Άγχος, πανικός, θλίψη, μοναξιά.

 

 Το πιο εξαντλητικό κομμάτι σ΄αυτή τη διαδικασία είναι ότι Αντιστέκομαι στην Αντίσταση. Δεν θέλω να δεχτώ ότι αρνούμαι να δουλέψω άλλο. Δε θέλω να δεχτώ ότι η Αντίσταση θεριεύει ούτε να ανακουφιστώ με τη σκέψη ότι όλα αυτά συμβαίνουν γιατί πιθανότατα έχω βρεθεί μπροστά σε ένα προσωπικό μπλοκάρισμα που προκύπτει από το γεγονός ότι κάτι μέσα μου πρόκειται να αλλάξει και όλο μου το σύστημα αρνείται την αλλαγή. Όχι, κυρίες και κύριοι, αποκλείεται. Όχι μόνο αρνούμαι να κάνω τη σημαντική δουλειά (γυμναστήριο, περφόρμανς ή ότι άλλο), αλλά αρνούμαι και να δεχτώ ότι αρνούμαι να την κάνω. Δεν αντέχω ούτε αυτή την διαπίστωση. Αντίσταση στην Αντίσταση, λοιπόν. Κάθε βράδυ πέφτω για ύπνο και λέω στον εαυτό μου ότι αύριο θα δουλέψω, οπωσδήποτε θα δουλέψω, τέρμα τα ψέματα. Κάθε πρωί ξυπνάω λέγοντας ότι θα δουλέψω το μεσημέρι γιατί τώρα το πρωί πρέπει να πάω τον Τσουλούφη στον κτηνίατρο για το ετήσιο τσεκ απ του. Θα δουλέψω το απόγευμα γιατί τώρα το μεσημέρι πρέπει να ξεκουραστώ από τον κτηνίατρο. Θα δουλέψω το βράδυ γιατί τώρα το απόγευμα θα δω ένα επεισόδιο για να με επιβραβεύσω που επιτέλους πήγα τον γάτο στον κτηνίατρο. Και καταλήγω να μην ευχαριστιέμαι τίποτα απολύτως, ούτε τον Τσουλούφη, ούτε τον ύπνο, ούτε το επεισόδιο. Η Αντίσταση με τρώει. Η Αντίσταση στην Αντίσταση με ξεκοκκαλίζει.

 Βαθιά ανάσα.

Άλλη μία.

 

Μέχρι που θα έρθει εκείνη η στιγμή που πια θα παραιτηθώ. Εξαντλημένη και νικημένη, θα παραιτηθώ και θα σταματήσω να Αντιστέκομαι. Και τότε θα αρχίσω πάλι να δουλεύω.

(δεν έχει έρθει ακόμα αυτή η ώρα. Αυτή τη στιγμή που μιλάμε, βρίσκομαι στο 13ο επεισόδιο του 4ου κύκλου.)

(περιττό να πω ότι το γυμναστήριο το έχω ξεγράψει για τα καλά. Μένει μόνο η κάρτα συνδρομής μέσα στο σακίδιό μου να με φέρνει αλύπητα αντιμέτωπη με την πραγματικότητά μου)

 

(για την έννοια της Αντίστασης έμαθα για πρώτη φορά διαβάζοντας το βιβλίο του Steven Pressfield «ο πόλεμος της τέχνης» (εκδόσεις Πατάκη). Όποτε βρίσκομαι σ΄αυτή τη φάση, το ξαναδιαβάζω και ποστάρω αποσπάσματα στο facebook. Φαντασιώνομαι ότι όσοι κάνουν like βρίσκονται στην ίδια φάση με μένα.)

 

 

 

φωτο/artwork: Βαγγέλης Ευαγγελίου