Καλοκαίρι. Ιούλιος με βροχή και αέρα, λες και είναι φθινόπωρο. Μέσα μου έχω αρχίσει να αντιδρώ νωχελικά σ΄αυτή την απότομη αλλαγή. Μυρίζω ακόμα το αντιηλιακό πάνω μου. Είμαι καλοκαίρι. Μυρίζω τη βροχή. Είναι φθινόπωρο. Παραξενεύομαι. Αγγίζω την κόκκινη ξεφλουδισμένη μύτη μου και επιστρέφω νοερά στη μεγάλη ομπρέλα δίπλα στη θάλασσα («είμαι καλοκαίρι»), καθώς κοιτάζω την τέντα να τραντάζεται από τον αέρα («είναι φθινόπωρο»). Θέλω να φάω παγωτό, αλλά ξαφνικά μου φαίνεται πολύ λάθος. Με σοκάρει αυτή η διαπίστωση. Τραντάζονται και τα συναισθήματά μου, ξεκολλούν από μέσα μου και ορμούν απειλητικά κατά πάνω μου, σαν ένα τεράστιο κύμα αγριεμένης θάλασσας. Η θλίψη μιμείται τη βροχή και με μουλιάζει, η ταραχή αντιγράφει τη μανία του αέρα. Είμαι φθινόπωρο. Πέφτει η γλάστρα στο μπαλκόνι (η ταραχή μου την έριξε ή ο αέρας;) Μουντός καιρός μέσα έξω μέσα Ιουλίου. Προσπαθώ να ανακτήσω τον έλεγχο, να γίνω καλοκαίρι. Όλα είναι φθινόπωρο μέσα έξω μέσα Ιουλίου. Αναρωτιέμαι με σοβαρότητα αν τα συναισθήματα ενισχύουν τα φυσικά φαινόμενα. Αναλογίζομαι αστραπιαία πόσο απίθανο μπορεί να είναι αυτό, αλλά δεν το απορρίπτω. Κλείνω τα μάτια και φαντάζομαι τη μελαγχολία να βγαίνει μέσα από το στόμα μου, όπως ο καπνός του τσιγάρου, να εισχωρεί στην ατμόσφαιρα και να μεταμορφώνεται σε ψιλόβροχο ή καταιγίδα. Βρέχει μελαγχολία. Ακούω τον ήχο της βροχής. Νιώθω μόνη. Ακούω το νερό στο ντουζ να τρέχει. Δεν είμαι μόνη. Ένας άντρας πλένεται. Με σοκάρει και αυτή η διαπίστωση. Ο άντρας αυτός ανήκει κάτω από τη μεγάλη ομπρέλα δίπλα στη θάλασσα, τα χέρια του είναι που απλώνουν το αντιηλιακό στην πλάτη μου. Τώρα βρέχει και η τέντα τραντάζεται. Έρχομαι αντιμέτωπη με τον εαυτό μου εξαιτίας της παρουσίας του εδώ, έχω χωριστεί στα δύο και τσακώνομαι μεταξύ μου: καλοκαίρι ή φθινόπωρο; Ο άντρας τέλειωσε το ντουζ, ανεβαίνει τη σκάλα, είναι εδώ. Η σύγχυσή μου πλύθηκε, ανέβηκε τη σκάλα μαζί του, είναι εδώ. Όλοι εδώ είμαστε. Ο άντρας βγάζει ένα παγωτό από την κατάψυξη. Τον κοιτάζω και χαμογελώ αμήχανα, καθώς βλέπω τη σύγχυσή μου στο ψυγείο δίπλα του, τυλιγμένη σε μια πετσέτα, να μου χαμογελά πειρακτικά- υγρή σέξυ σύγχυση. Της ζητώ να πάει μια βόλτα στο βροχερό Ιούλιο και να με αφήσει μόνη μαζί του και το παγωτό να ζήσω θερμό καλοκαίρι. Θέλω να φύγει για να λιώσω από τη ζέστη του. Θέλω να δω το σώμα μου και την αίσθηση του εαυτού μου να χάνουν τα όριά τους. Θέλω να γίνω το παγωτό στα χέρια και στο στόμα του, λιωμένο παγωτό, να λερώσω τα ρούχα του, να κολλήσω πάνω του, να με γλείψει αχόρταγα μέχρι να εξαφανιστεί κάθε ίχνος μου. Στη σκέψη αυτή ιδρώνω από έξαψη. Μυρίζω αντιηλιακό. Είμαι καλοκαίρι.

 

 

 

φωτό: Ανδρέας Θεολογίτης

http://photography.atheo.eu/