Αρχές Σεπτέμβρη. Αρχές μιας καινούργιας εποχής. Αρχές μιας καινούργιας ζωής. Εγώ, η αγαπημένη μου φίλη και ο μικρός της γιος ετοιμαζόμαστε για μια μεγάλη περιπατητική βόλτα στους νυχτερινούς δρόμους της στριμωγμένης συνοικίας. Εκείνη και εγώ, ίδιες και διαφορετικές, γυναίκες που ξεκινάμε από την αρχή, αρχές Σεπτέμβρη, στις απαρχές της καινούργιας εποχής και των καινούργιων μας εαυτών, εμείς, τα ατρόμητα κορίτσια και οι φοβισμένες γυναίκες, σε καινούργια σπίτια, με καινούργια μαλλιά, νέες οδηγοί σε καινούργιες διαδρομές, παίρνουμε το φθινόπωρο και το μικρό αγόρι απ΄το χέρι και πάμε στις κούνιες. Το μικρό αγόρι θα παίξει. Τα κορίτσια θα καπνίσουν τα τσιγάρα τους και θα ανακεφαλαιώσουν ξανά και ξανά τις απώλειες και τις κατακτήσεις τους. Και κάπως έτσι το μικρό αγόρι θα γίνει άντρας και τα κορίτσια μέσα μας γυναίκες.

Ο μικρός ζητάει να πάμε στις κούνιες δίπλα στη μεγάλη εκκλησία. Σάββατο βράδυ και τα πλήθη είναι παντού. Πλήθη και στην εκκλησία, φυσικά. Καθώς πλησιάζουμε, η εικόνα μου προκαλεί υπερδιέγερση: στο προαύλιο, μπροστά στα στολισμένα σκαλοπάτια, μια καλοπλυμμένη ογκώδης Πόρσε περιμένει επιβλητικά κάποιους δύο να γίνουν ένα και λίγα μέτρα πιο πέρα αμέτρητοι έφηβοι ιδρωμένοι, βρώμικοι, νευρικοί παίζουν ποδόσφαιρο με τη σοβαρότητα και τη βία αγώνα κυπέλλου. Μέσα γάμος με πλατινέ νύφη, γυαλιστερό γαμπρό και χάπι έντ διάθεση και έξω η ακατέργαστη πραγματικότητα που σύντομα θα τους πιάσει στα πράσα: ατίθασα ζωηρά παιδιά που παίζουν, φωνάζουν, τσακώνονται, χτυπάνε, κλαίνε, διαμαρτύρονται και στο πλάι οι ταλαιπωρημένοι γονείς, τσακισμένοι από την κούραση και τα άγχη, προσπαθούν ανυπόμονα και άγαρμπα να τα τιθασεύσουν. Η νύφη Μπάρμπι και ο γαμπρός Τζον Τζον, βγαίνουν από την εκκλησία πανευτυχείς και ολοκληρωμένοι επιτέλους, έτοιμοι να δεχτούν τις καθιερωμένες επιθέσεις ρυζιού (προς στιγμήν φοβάμαι ειλικρινά μήπως εκτός από τα ρύζια τους έρθει η μπάλα στο κεφάλι από κάποιο ατυχές φάλτσο σουτ) και περπατούν καμαρωτά προς την μαύρη Πόρσε που θα τους οδηγήσει στην καινούργια τους ζωή, μια ζωή που τη φαντάζονται ίσως στολισμένη και καλοπλυμμένη, όπως το πολυτελές αυτοκίνητο. Πιθανόν να μη γνωρίζουν πως η αληθινή διαδρομή που θα διανύσουν είναι ουσιαστικά ο γύρος του τετραγώνου, θα διαρκέσει μερικά χρόνια και θα καταλήξουν κι αυτοί στην ίδια παιδική χαρά, πλατινέ ίσως μα καθόλου γυαλιστεροί, κουρασμένοι και αχτένιστοι, να περιμένουν τα δικά τους βρώμικα παιδιά να εξαντληθούν από το παιχνίδι για να πάνε όλοι μαζί για ύπνο. Αρχές Σεπτέμβρη. Αρχές μιας καινούργιας εποχής. Αρχές μιας καινούργιας ζωής και για τους νεόνυμφους. Νοερά τους στέλνω ευχές και αγωνιστικούς χαιρετισμούς.

Στη διαδρομή της επιστροφής, περπατάμε λαχανιασμένα στις ανηφόρες της συνοικίας, κάνοντας ταυτόχρονα σημαντικές εργασίες: σβήνουμε με το μικρό αγόρι φανταστικές φωτιές βγάζοντας ίου ίου πυροσβεστικές κραυγές, θαυμάζουμε τις γάτες που κοιμούνται ατάραχες στα καπό των αυτοκινήτων, φτιάχνουμε πλάνο δράσης σε περίπτωση φωτιάς κατά τη διάρκεια της νύχτας και, έχοντας ακούσει με προσοχή την επιχειρηματολογία του μικρού, καταλήγουμε πως, ναι, πράγματι, είναι καλύτερα να μείνουμε ξάγρυπνοι μέχρι το πρωί μην τύχει τίποτα. Φυσικά, λίγη ώρα μετά την επιστροφή μας στο σπίτι, ο μικρός πάει για ύπνο εξαντλημένος κι αυτός, όπως τα υπόλοιπα παιδιά της παιδικής χαράς. Τα ξαναφέρνω στο νου μου τρυφερά. Το γαμπρό και τη νύφη, επίσης. Καληνύχτα. Μένω μόνη καθισμένη στην ξύλινη καρέκλα του μακρόστενου μπαλκονιού και περιμένω τη μαμά του να τελειώσει με τα παραμύθια της νύστας για να καπνίσουμε ένα τελευταίο τσιγάρο πριν πάρω το αυτοκίνητο και ξεκινήσω κι εγώ την πορεία μου προς τον ύπνο. Δεν είναι μια καλοπλυμμένη Πόρσε, αλλά θα με πάει στο κρεβάτι μου και αυτό μου φτάνει. Ανάβω ένα τσιγάρο και επιχειρώ να κάνω μια γρήγορη ανασκόπηση της προηγούμενης εποχής. Όλα όσα προηγήθηκαν – ο πόνος, οι αγωνίες μας, τα κολλήματά μας, οι ματαιώσεις μας – είναι τώρα μακριά. Μακριά από αυτό το μπαλκόνι. Στη σκέψη τους ταράζομαι ελαφρώς και ασυναίσθητα αρχίζω να κουνιέμαι αριστερά δεξιά, προσπαθώντας να βολευτώ καλύτερα στην ξύλινη καρέκλα. Σ΄αυτή τη νέα εποχή κινούμαι – σκέφτομαι – και αυτόματα μπαίνω σε συγκρίσεις: τον Αύγουστο καθόμουν για ώρες στον καναπέ κοιτάζοντας ευθεία μπροστά μου ακίνητη, παραιτημένη από την απώλεια, παραδομένη στη θλιψη. Σπίτια, άνθρωποι, δουλειές, φιλίες, έρωτες, όλα τα έβλεπα να περνάνε από μπροστά μου, να πηγαίνουν προς την εξώπορτα και να φεύγουν για πάντα. Τώρα βρίσκομαι εδώ, καθισμένη στην ξύλινη καρέκλα του μακρόστενου μπαλκονιού, αρχές Σεπτέμβρη, αρχές μιας καινούργιας εποχής, αρχές μιας καινούργιας ζωής και κοιτάζω ευθεία μπροστά μου το φεγγάρι που γεμίζει, καθώς προσπαθώ να βολέψω τα πόδια μου στο κάγκελο του μπαλκονιού. Το μικρό αγόρι κοιμήθηκε. Η αγαπημένη μου φίλη κάθεται αθόρυβα δίπλα μου. Είμαστε και οι δυο εξαντλημένες από τη γεμάτη μέρα που τελειώνει εδώ, τη νυχτερινή βόλτα στις ανηφόρες, τις φωτιές που σβήσαμε, την εποχή που προηγήθηκε. Καπνίζουμε σιωπηλές και ήρεμες, χαρούμενες και χορτάτες. Αυτή είναι η αστική μας ζωή, σκέφτομαι, αρχές Σεπτέμβρη, αρχές μιας καινούργιας εποχής, αρχές μιας καινούργιας ζωής και χαμογελώ νυσταγμένα.

 

 

φωτό: Ανδρέας Θεολογίτης

http://photography.atheo.eu/