Βρίσκομαι σε μια γερμανική πόλη, σε ένα άγνωστο σπίτι, καθισμένη στην άκρη του κρεβατιού ενός δωματίου που το νιώθω απόμακρο και ανοικείο. Σκύβω να κοιτάξω τα παπούτσια μου. Ξαφνικά, η σκέψη ότι σήμερα θα ήταν η δεύτερη επέτειος του γάμου μου με κατακλύζει και με ακινητοποιεί. Δάκρυα κυλούν από τα μάτια μου και τα βλέπω να φτάνουν στο πάτωμα δίπλα στα παπούτσια που κοιτάζω. Έξω βρέχει δυναμικά. Εγώ ακίνητη κλαίω ακίνητα. Ακούω να μιλάνε γαλλικά στο διπλανό δωμάτιο. Στο άκουσμά τους ρίχνω ένα ανεπαίσθητο βλέμμα στον καθρέφτη της ντουλάπας που βρίσκεται ακριβώς μπροστά μου. Προλαβαίνω να σκεφτώ πόσο χάλια είναι τα μαλλιά μου και τί θα σκεφτούν οι γάλλοι για μένα, καθώς τα δάκρυα ακόμα στάζουν για τη χαμένη μου επέτειο.

Θυμάμαι πως πριν από 10 λεπτά είδα ένα βίντεο για μια ρημαγμένη από τον πόλεμο πόλη της Συρίας. Λέω στον εαυτό μου ότι ίσως να κλαίω για τη ρημαγμένη πόλη και όχι για τη ρημαγμένη επέτειο (μου φαίνεται πιο επίσημος λόγος να κλαίει κανείς και εγώ οπωσδήποτε θεωρώ τον εαυτό μου επίσημο). Δεν ξεγελιέμαι: το μικρό μέγεθος της προσωπικής μου εμπειρίας είναι πιο μεγάλο από το γιγάντιο μέγεθος της σαρωτικής εμπειρίας εκατομμυρίων άλλων. Κοιτάζω το πάτωμα με τη μικρή θάλασσα από δάκρυα και σκέφτομαι αυτούς τους εκατομμύρια άλλους. Θέλω να γίνω πρόσφυγας, να φύγω απ΄αυτή τη ρημαγμένη επέτειο. Να έρθει μια διαφορετική σκέψη για να διασχίσω τη θάλασσα προς κάποιο άλλο μέρος μέσα μου, εύχομαι πιο φιλόξενο.

Πεινάω. Γατζώνομαι από την πείνα μου. Αυτή θα με πάει απέναντι, σκέφτομαι. Θυμάμαι τα μπισκότα που έχω αφήσει πάνω στο τραπέζι της κουζίνας. Η σκέψη τους με προκαλεί, αλλά όχι αρκετά ώστε να διαταράξει την ακινησία μου. Αστραπιαία συντάσσω μια μικρή λίστα με πιθανές λιχουδιές που θα μπορούσα να αγοράσω όταν βγούμε έξω. Τα δάκρυα κυλάνε ακόμα, η θάλασσα μεγαλώνει και εγώ είμαι ακόμα στην ίδια όχθη. Αναρωτιέμαι πώς μπορεί να συμβαίνει αυτό: το σώμα μου σε μια κατάσταση και το μυαλό μου σε μια άλλη. Το σώμα μου ακίνητο ακόμα στη χαμένη επέτειο – σ΄αυτή τη φευγαλέα σκέψη που γεννήθηκε δεκάδες σκέψεις πριν, πολύ πριν μεσολαβήσουν οι πρόσφυγες, τα μπισκότα, οι γερμανικές λιχουδιές και τα ανυπάκουα μαλλιά μου – και το μυαλό μου σε συνεχή κίνηση. Είμαι μια ταινία της οποίας η εικόνα έχει παγώσει, ενώ ο ήχος προχωράει κανονικά.

Ακίνητο σώμα. Ακίνητο σώμα με κινούμενα δάκρυα και κινούμενες σκέψεις. Ξαφνικά νιώθω ένα γαλλικό σώμα να κινείται προς το δωμάτιο και ένα άλλο να κατευθύνεται προς την κουζίνα (λες να πηγαίνει στα μπισκότα;) Ακίνητο σώμα με κινούμενα δάκρυα, κινούμενες σκέψεις και κινούμενα γαλλικά σώματα γύρω του. Το γαλλικό σώμα πλησιάζει. Σκέφτομαι ότι δε θέλω να δει την ακινησία μου. Απότομα, τα δάκρυα τελειώνουν. Το γαλλικό σώμα πλησιάζει κι άλλο. Τα μαλλιά μου είναι χάλια. Το γαλλικό σώμα είναι σχεδόν εδώ. Τα μπισκότα στο τραπέζι της κουζίνας είναι ακόμα εκεί. Το γαλλικό σώμα στέκεται τώρα ακίνητο στην πόρτα του δωματίου. Η τελευταία σκέψη που κάνω είναι ότι πρέπει να χαμογελάσω. Περνάω απέναντι, διαπιστώνω με αποστασιοποίηση, καθώς σηκώνω το βλέμμα από τα παπούτσια και τη θάλασσα για να στρέψω χαμογελαστά το κεφάλι μου προς το ακίνητο γαλλικό σώμα. Η ακινησία λήγει. Το χαμόγελό μου θερμαίνεται. Νιώθω τη φιλόξενη αίσθηση της απέναντι όχθης με ανακούφιση.

Η βροχή σταμάτησε, μου λέει το γαλλικό σώμα, πάμε να φάμε. Αστραπιαία γυρίζω πίσω στη μικρή λίστα με τις πιθανές γερμανικές λιχουδιές, και από εκεί στα μπισκότα πάνω στο τραπέζι της κουζίνας, στην πείνα που θα με πέρναγε απέναντι, στη θάλασσα που ήθελα να διασχίσω, στους πρόσφυγες, στη ρημαγμένη πόλη, στη χαμένη μου δεύτερη επέτειο γάμου. Δάκρυα κυλάνε στο πρόσωπό μου καθώς κοιτάζω ακίνητη το ακίνητο γαλλικό σώμα.

 

 

φωτό: Ανδρέας Θεολογίτης

http://photography.atheo.eu/