«Να πίνεις νερό», μου λέει και σφίγγει δυνατά τα μπράτσα μου δευτερόλεπτα πριν με αφήσει μόνη εκεί, στην αποβάθρα του τρένου που θα με πάρει για πάντα μακριά από το καλοκαίρι του. Θα μπορούσε να μου πει να προσέχω, να του γράφω που και που, να τον θυμάμαι. Θα μπορούσε ίσως να μου πει πως μ΄αγαπάει, πως δεν θα με ξεχάσει ποτέ. «Να πίνεις νερό», είναι οι τελευταίες λέξεις που ακούω να βγαίνουν από το στόμα του και τις νιώθω να με χτυπάνε στο πρόσωπο απροειδοποίητα. Εκεί, μέσα στο λατρεμένο στόμα που σχηματίζει αυτές τις λέξεις, βλέπω μουδιασμένη τον 6χρονο εαυτό μου πανικόβλητο να πίνει νερό, κουνώντας τα χεράκια του με σπασμωδικές κινήσεις, προσπαθώντας να ανέβει στην επιφάνεια της θαλασσας, καθώς ενα αγόρι μεγαλύτερης ηλικίας διασκεδάζει να με βλέπει να πνίγομαι, σαδιστικά πιέζοντάς με προς τα κάτω. Θυμάμαι τις χαμένες μου ανάσες. Τις ανασαίνω τώρα. Ανασαίνω τον θυμό και τον πόνο εκείνου του παραλίγο πνιγμού. «Να πίνεις νερό», και αυτόματα βρίσκομαι στο βυθό, νιώθω τις άκρες των φυκιών να αγγίζουν τις παιδικές μου πατούσες, βλέπω τις μικροσκοπικές φυσαλίδες να βγαίνουν μέσα από το γεμάτο ένταση ολόσωμο μαγιώ μου, αναστατώνω το νερό με τους σχηματισμούς που δημιουργεί η αγωνία μου. «Να πίνεις νερό», και αυτόματα σκέφτομαι τον θάνατο, το τέλος της ζωής, της ζωής χωρίς εκείνον. Κοιτάζω το στόμα του, αυτό το στόμα με τα τρυφερά χείλη που μου πρόσφεραν αμέτρητους μικρούς θανάτους. Νιώθω τα χέρια του να σφίγγουν τα μπράτσα μου, αυτά τα χέρια που με τράβαγαν πίσω στη ζωή κάθε φορά που βούλιαζα στην ανυπαρξία. Ανασαίνω κοφτά τις τελευταίες ανάσες μου στο σβέρκο του, αυτό το σβέρκο γεμάτο από τη μυρωδιά του ιδρώτα, της κολώνιας και της ομορφιάς του. «Να πίνεις νερό» και η αποβάθρα γίνεται βυθός, το τρένο που έρχεται αγέλη ψαριών, ο ξαπλωμένος αδέσποτος σκύλος ο γλιστερός βράχος με τους αχινούς, οι νεαροί ιδρωμένοι φαντάροι που καπνίζουν τα παιδιά της παρέας, η παχουλή κυρία με το πετσετέ φόρεμα και το παχουλό κοριτσάκι παραδίπλα η γιαγιά μου που μιλάει απορροφημένη στη γειτόνισσα και δε με βλέπει, δε με βλέπει – όλα είναι ο βυθός του 6χρονου κοριτσιού που πνίγεται από τα δεκάχρονα αγορίστικα χέρια, όλα είναι ο βυθός της 43χρονης γυναίκας που πνιγεται από τα χέρια εκείνου που σφίγγουν τα μπράτσα μου για τελευταία φορά. Κανείς δεν κινείται. Κανείς δεν θα κινηθεί. Κανείς δεν θα σώσει το κορίτσι. Κανείς δε θα σώσει τη γυναίκα. Είμαι στον βυθό και πνίγομαι. Πίνω νερό. Τα χέρια του απότομα αφήνουν τα μπράτσα μου και απομακρύνονται από το κορμί μου. Κι όμως, ακόμα πνίγομαι. Κάνει μεταβολή και κινείται γρήγορα προς τα σκαλιά της εξόδου, παίρνει τα μάτια, τα χείλια, το σβέρκο, τις μυρωδιές και όλους τους μικρούς θανάτους και εξαφανίζεται. Πίνω κι άλλο νερό. Ακούω την παχουλή κυρία με το πετσετέ φόρεμα να φωνάζει στο παχουλό κοριτσάκι, τον σκύλο που ξύπνησε να ξεφυσάει με δυσφορία, τους φαντάρους να αποχαιρετιούνται στα πεταχτά. Το τρένο στριγγλίζει φρενάροντας. Ήρθε. Εκείνος έφυγε. Πίνω νερό.

 

 

φωτό: Ανδρέας Θεολογίτης

http://photography.atheo.eu/