Καινούργια εποχή

Καινούργια εποχή

Αρχές Σεπτέμβρη. Αρχές μιας καινούργιας εποχής. Αρχές μιας καινούργιας ζωής. Εγώ, η αγαπημένη μου φίλη και ο μικρός της γιος ετοιμαζόμαστε για μια μεγάλη περιπατητική βόλτα στους νυχτερινούς δρόμους της στριμωγμένης συνοικίας. Εκείνη και εγώ, ίδιες και διαφορετικές, γυναίκες που ξεκινάμε από την αρχή, αρχές Σεπτέμβρη, στις απαρχές της καινούργιας εποχής και των καινούργιων μας εαυτών, εμείς, τα ατρόμητα κορίτσια και οι φοβισμένες γυναίκες, σε καινούργια σπίτια, με καινούργια μαλλιά, νέες οδηγοί σε καινούργιες διαδρομές, παίρνουμε το φθινόπωρο και το μικρό αγόρι απ΄το χέρι και πάμε στις κούνιες. Το μικρό αγόρι θα παίξει. Τα κορίτσια θα καπνίσουν τα τσιγάρα τους και θα ανακεφαλαιώσουν ξανά και ξανά τις απώλειες και τις κατακτήσεις τους. Και κάπως έτσι το μικρό αγόρι θα γίνει άντρας και τα κορίτσια μέσα μας γυναίκες.

Ο μικρός ζητάει να πάμε στις κούνιες δίπλα στη μεγάλη εκκλησία. Σάββατο βράδυ και τα πλήθη είναι παντού. Πλήθη και στην εκκλησία, φυσικά. Καθώς πλησιάζουμε, η εικόνα μου προκαλεί υπερδιέγερση: στο προαύλιο, μπροστά στα στολισμένα σκαλοπάτια, μια καλοπλυμμένη ογκώδης Πόρσε περιμένει επιβλητικά κάποιους δύο να γίνουν ένα και λίγα μέτρα πιο πέρα αμέτρητοι έφηβοι ιδρωμένοι, βρώμικοι, νευρικοί παίζουν ποδόσφαιρο με τη σοβαρότητα και τη βία αγώνα κυπέλλου. Μέσα γάμος με πλατινέ νύφη, γυαλιστερό γαμπρό και χάπι έντ διάθεση και έξω η ακατέργαστη πραγματικότητα που σύντομα θα τους πιάσει στα πράσα: ατίθασα ζωηρά παιδιά που παίζουν, φωνάζουν, τσακώνονται, χτυπάνε, κλαίνε, διαμαρτύρονται και στο πλάι οι ταλαιπωρημένοι γονείς, τσακισμένοι από την κούραση και τα άγχη, προσπαθούν ανυπόμονα και άγαρμπα να τα τιθασεύσουν. Η νύφη Μπάρμπι και ο γαμπρός Τζον Τζον, βγαίνουν από την εκκλησία πανευτυχείς και ολοκληρωμένοι επιτέλους, έτοιμοι να δεχτούν τις καθιερωμένες επιθέσεις ρυζιού (προς στιγμήν φοβάμαι ειλικρινά μήπως εκτός από τα ρύζια τους έρθει η μπάλα στο κεφάλι από κάποιο ατυχές φάλτσο σουτ) και περπατούν καμαρωτά προς την μαύρη Πόρσε που θα τους οδηγήσει στην καινούργια τους ζωή, μια ζωή που τη φαντάζονται ίσως στολισμένη και καλοπλυμμένη, όπως το πολυτελές αυτοκίνητο. Πιθανόν να μη γνωρίζουν πως η αληθινή διαδρομή που θα διανύσουν είναι ουσιαστικά ο γύρος του τετραγώνου, θα διαρκέσει μερικά χρόνια και θα καταλήξουν κι αυτοί στην ίδια παιδική χαρά, πλατινέ ίσως μα καθόλου γυαλιστεροί, κουρασμένοι και αχτένιστοι, να περιμένουν τα δικά τους βρώμικα παιδιά να εξαντληθούν από το παιχνίδι για να πάνε όλοι μαζί για ύπνο. Αρχές Σεπτέμβρη. Αρχές μιας καινούργιας εποχής. Αρχές μιας καινούργιας ζωής και για τους νεόνυμφους. Νοερά τους στέλνω ευχές και αγωνιστικούς χαιρετισμούς.

Στη διαδρομή της επιστροφής, περπατάμε λαχανιασμένα στις ανηφόρες της συνοικίας, κάνοντας ταυτόχρονα σημαντικές εργασίες: σβήνουμε με το μικρό αγόρι φανταστικές φωτιές βγάζοντας ίου ίου πυροσβεστικές κραυγές, θαυμάζουμε τις γάτες που κοιμούνται ατάραχες στα καπό των αυτοκινήτων, φτιάχνουμε πλάνο δράσης σε περίπτωση φωτιάς κατά τη διάρκεια της νύχτας και, έχοντας ακούσει με προσοχή την επιχειρηματολογία του μικρού, καταλήγουμε πως, ναι, πράγματι, είναι καλύτερα να μείνουμε ξάγρυπνοι μέχρι το πρωί μην τύχει τίποτα. Φυσικά, λίγη ώρα μετά την επιστροφή μας στο σπίτι, ο μικρός πάει για ύπνο εξαντλημένος κι αυτός, όπως τα υπόλοιπα παιδιά της παιδικής χαράς. Τα ξαναφέρνω στο νου μου τρυφερά. Το γαμπρό και τη νύφη, επίσης. Καληνύχτα. Μένω μόνη καθισμένη στην ξύλινη καρέκλα του μακρόστενου μπαλκονιού και περιμένω τη μαμά του να τελειώσει με τα παραμύθια της νύστας για να καπνίσουμε ένα τελευταίο τσιγάρο πριν πάρω το αυτοκίνητο και ξεκινήσω κι εγώ την πορεία μου προς τον ύπνο. Δεν είναι μια καλοπλυμμένη Πόρσε, αλλά θα με πάει στο κρεβάτι μου και αυτό μου φτάνει. Ανάβω ένα τσιγάρο και επιχειρώ να κάνω μια γρήγορη ανασκόπηση της προηγούμενης εποχής. Όλα όσα προηγήθηκαν – ο πόνος, οι αγωνίες μας, τα κολλήματά μας, οι ματαιώσεις μας – είναι τώρα μακριά. Μακριά από αυτό το μπαλκόνι. Στη σκέψη τους ταράζομαι ελαφρώς και ασυναίσθητα αρχίζω να κουνιέμαι αριστερά δεξιά, προσπαθώντας να βολευτώ καλύτερα στην ξύλινη καρέκλα. Σ΄αυτή τη νέα εποχή κινούμαι – σκέφτομαι – και αυτόματα μπαίνω σε συγκρίσεις: τον Αύγουστο καθόμουν για ώρες στον καναπέ κοιτάζοντας ευθεία μπροστά μου ακίνητη, παραιτημένη από την απώλεια, παραδομένη στη θλιψη. Σπίτια, άνθρωποι, δουλειές, φιλίες, έρωτες, όλα τα έβλεπα να περνάνε από μπροστά μου, να πηγαίνουν προς την εξώπορτα και να φεύγουν για πάντα. Τώρα βρίσκομαι εδώ, καθισμένη στην ξύλινη καρέκλα του μακρόστενου μπαλκονιού, αρχές Σεπτέμβρη, αρχές μιας καινούργιας εποχής, αρχές μιας καινούργιας ζωής και κοιτάζω ευθεία μπροστά μου το φεγγάρι που γεμίζει, καθώς προσπαθώ να βολέψω τα πόδια μου στο κάγκελο του μπαλκονιού. Το μικρό αγόρι κοιμήθηκε. Η αγαπημένη μου φίλη κάθεται αθόρυβα δίπλα μου. Είμαστε και οι δυο εξαντλημένες από τη γεμάτη μέρα που τελειώνει εδώ, τη νυχτερινή βόλτα στις ανηφόρες, τις φωτιές που σβήσαμε, την εποχή που προηγήθηκε. Καπνίζουμε σιωπηλές και ήρεμες, χαρούμενες και χορτάτες. Αυτή είναι η αστική μας ζωή, σκέφτομαι, αρχές Σεπτέμβρη, αρχές μιας καινούργιας εποχής, αρχές μιας καινούργιας ζωής και χαμογελώ νυσταγμένα.

 

φωτό: Δ.Νικολάου
Καταμέτρηση

Καταμέτρηση

382 πανέμορφα πράγματα και 12 χαζομάρες μέτρησε ο εξάχρονος ξανθός στη διαδρομή από το σπίτι στην πόλη στο εξοχικό του παππού και της γιαγιάς. Αυτό ανακοίνωσε στη μητέρα του, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι τελικά ο κόσμος είναι περισσότερο όμορφος παρά άσχημος. Καθώς το μικρό κίτρινο αυτοκίνητο διέσχιζε αγκομαχώντας τους επαρχιακούς δρόμους, εκείνος, καθισμένος στη θέση του, με το κεφάλι στραμμένο προς τα έξω και τα μεγάλα συμπαντικά μάτια του σε εγρήγορση, κοίταζε με προσήλωση τις εφήμερες εικόνες του κόσμου που πέρναγε από μπροστά του και μετρούσε. Ένα δύο τρία τέσσερα πανέμορφα πράγματα. Μία δύο τρεις χαζομάρες. Κοντοστέκομαι ήρεμα και τον φέρνω στη σκέψη μου. Η εικόνα του μένει μέσα μου και αιωρείται απαλά. Τα 382 πανέμορφα πράγματα είναι αυτός, σκέφτομαι. Στη σκέψη του και μόνο, 382 πανέμορφα πράγματα ανθίζουν μέσα μου και (τουλάχιστον) 12 χαζομάρες παραγκωνίζονται. Αναρωτιέμαι τί να βρίσκει πανέμορφο ένας ξανθός άνθρωπος, που διανύει τρυφερά και ανέμελα την παιδική του ηλικία, και τί χαζομάρα. Αναρωτιέμαι τί να βρίσκω πανέμορφο και τί χαζομάρα εγώ, που διανύω εξεταστικά τον κόσμο των μεγάλων. Διακόπτω ό,τι κάνω για να σκεφτώ. Ο μικρός ξανθός ανακίνησε μεγάλα ερωτήματα. Διαπιστώνω ότι δεν έχω έτοιμες απαντήσεις. Αποφασίζω να παίξω το παιχνίδι του. Θα μετρήσω και γω. Βγαίνω στο μπαλκόνι και προσπαθώ να κοιτάξω γύρω μου με τα δικά του μάτια. Ο δρόμος από κάτω, οι πολυκατοικίες τριγύρω, το δημοτικό στάδιο στα αριστερά μου, το βουνό πέρα μακριά, το εσωτερικό του σπιτιού πίσω μου. Πανέμορφα πράγματα ή χαζομάρες; Ένας κοντός κύριος με τον τεράστιο σκύλο του προσπαθεί να κόψει σύκα από τη συκιά του απέναντι οικοπέδου (δε φαίνεται να τα καταφέρνει). Ένα παλιό αυτοκίνητο στρίβει αργά στο στενό με τη μηχανή να γρυλίζει και τον σκυλάδικο πόνο στη διαπασών (μεσημεριανοί ύπνοι διακόπτονται). Η παρδαλή γάτα στο περβάζι του πρώτου ορόφου κοιτάζει με περιέργεια ιδρωμένους ανθρώπους να μπαινοβγαίνουν στην πολυκατοικία καθώς προσπαθούν να μεταφέρουν ένα βαρύ έπιπλο. Η πιτσιρίκα του διπλανού διαμερίσματος τραγουδάει φορώντας ένα φρουφρουδένιο ροζ βρακί. Ο σγουρός βασιλικός τεντώνεται ξεδιψώντας με ευγνωμοσύνη. Η εξωτική φίλη μου είναι ξαπλωμένη στο πάτωμα και ξεκουράζεται. Μια ματιά, τόσες εικόνες. Πανέμορφα πράγματα ή χαζομάρες; Κλείνω τα μάτια ν΄αποφασίσω. Δεν προλαβαίνω, άλλες εικόνες ζωντανεύουν μέσα μου. Αυτές έρχονται από πιο μακριά, από ένα μαλακό μέρος εσωτερικά: τα πεσμένα πορτοκάλια στον κήπο της απέναντι πολυκατοικίας και εκείνος ο συναρπαστικός άντρας που τα κοίταζε από το παράθυρο της κουζίνας πλένοντας τα πιάτα (κάποιος τα μάζεψε πια, συναρπαστικέ μου). Ο τρόμος και η εξουθένωση στα μάτια του φίλου μου καθώς εξιστορεί το χρονικό της ασθένειας της μητέρας του. Η γυναίκα που γέρνει από κούραση στο τζάμι του τρένου και τεντώνει τα χωρίς παπούτσια βρώμικα και δύσοσμα πόδια της στο κάθισμά μου. Η βόλτα με το ποδήλατο κάτω από την καλοκαιρινή πανσέληνο – μόνη στους άδειους δρόμους μιας πόλης που κάνει διακοπές – και η μυρωδιά των γιασεμιών που μου αποσπά την προσοχή από τον δρόμο. Το ζουμερό ροδάκινο που ξεφλουδίζω αδέξια ένα πρωινό αγάπης στην καλοκαιρινή βεράντα μπροστά στη θάλασσα. Ο επίμονος υψηλός πυρετός που με οδηγεί σε πνευματική διαύγεια. Ο γατούλης που με κοιτάει βαθιά μέσα στα μάτια με απορία και λατρεία ταυτόχρονα, καθώς τον κρατάω σφιχτά περιμένοντάς τον να αποκοιμηθεί, και ο γοητευτικός νεαρός κτηνίατρος που ετοιμάζεται να τον πάρει στο χειρουργείο μακριά μου.  Η αγωνία του νεαρού πατέρα πηγαίνοντας τον γιο του στο νοσοκομείο με το ασθενοφόρο. Τα δάκρυα πόνου σε λατρεμένα μάτια καθώς τρυφερά ζητούν πίσω τον χαμένο τους φίλο. Μια ματωμένη πετσέτα. Η κούνια κάτω από τ΄αστέρια. Τα σύννεφα τ΄ουρανού που θε ν΄αρματώσεις. Το τελευταίο κρυφό κοίταγμα των μελλοντικών εραστών λίγο πριν τους ξεσκεπάσει η αδιακρισία. Ο ξανθός εξάχρονος που μ΄αγαπά κρατώντας με σφιχτά. Το κορίτσι που υπήρξα. Η χαρά, η θλίψη, ο θυμός, η απόγνωση, η ελπίδα, ο φόβος, εσύ, εγώ, εκείνος, εκείνοι, εμείς, η ζωή μας μέσα έξω, πάνω και κάτω. Πανέμορφα πράγματα ή χαζομάρες;

 

φωτό: Δ.Νικολάου
Στο Βυθό

Στο Βυθό

«Να πίνεις νερό», μου λέει και σφίγγει δυνατά τα μπράτσα μου δευτερόλεπτα πριν με αφήσει μόνη εκεί, στην αποβάθρα του τρένου που θα με πάρει για πάντα μακριά από το καλοκαίρι του. Θα μπορούσε να μου πει να προσέχω, να του γράφω που και που, να τον θυμάμαι. Θα μπορούσε ίσως να μου πει πως μ΄αγαπάει, πως δεν θα με ξεχάσει ποτέ. «Να πίνεις νερό», είναι οι τελευταίες λέξεις που ακούω να βγαίνουν από το στόμα του και τις νιώθω να με χτυπάνε στο πρόσωπο απροειδοποίητα. Εκεί, μέσα στο λατρεμένο στόμα που σχηματίζει αυτές τις λέξεις, βλέπω μουδιασμένη τον 6χρονο εαυτό μου πανικόβλητο να πίνει νερό, κουνώντας τα χεράκια του με σπασμωδικές κινήσεις, προσπαθώντας να ανέβει στην επιφάνεια της θαλασσας, καθώς ενα αγόρι μεγαλύτερης ηλικίας διασκεδάζει να με βλέπει να πνίγομαι, σαδιστικά πιέζοντάς με προς τα κάτω. Θυμάμαι τις χαμένες μου ανάσες. Τις ανασαίνω τώρα. Ανασαίνω τον θυμό και τον πόνο εκείνου του παραλίγο πνιγμού. «Να πίνεις νερό», και αυτόματα βρίσκομαι στο βυθό, νιώθω τις άκρες των φυκιών να αγγίζουν τις παιδικές μου πατούσες, βλέπω τις μικροσκοπικές φυσαλίδες να βγαίνουν μέσα από το γεμάτο ένταση ολόσωμο μαγιώ μου, αναστατώνω το νερό με τους σχηματισμούς που δημιουργεί η αγωνία μου. «Να πίνεις νερό», και αυτόματα σκέφτομαι τον θάνατο, το τέλος της ζωής, της ζωής χωρίς εκείνον. Κοιτάζω το στόμα του, αυτό το στόμα με τα τρυφερά χείλη που μου πρόσφεραν αμέτρητους μικρούς θανάτους. Νιώθω τα χέρια του να σφίγγουν τα μπράτσα μου, αυτά τα χέρια που με τράβαγαν πίσω στη ζωή κάθε φορά που βούλιαζα στην ανυπαρξία. Ανασαίνω κοφτά τις τελευταίες ανάσες μου στο σβέρκο του, αυτό το σβέρκο γεμάτο από τη μυρωδιά του ιδρώτα, της κολώνιας και της ομορφιάς του. «Να πίνεις νερό» και η αποβάθρα γίνεται βυθός, το τρένο που έρχεται αγέλη ψαριών, ο ξαπλωμένος αδέσποτος σκύλος ο γλιστερός βράχος με τους αχινούς, οι νεαροί ιδρωμένοι φαντάροι που καπνίζουν τα παιδιά της παρέας, η παχουλή κυρία με το πετσετέ φόρεμα και το παχουλό κοριτσάκι παραδίπλα η γιαγιά μου που μιλάει απορροφημένη στη γειτόνισσα και δε με βλέπει, δε με βλέπει – όλα είναι ο βυθός του 6χρονου κοριτσιού που πνίγεται από τα δεκάχρονα αγορίστικα χέρια, όλα είναι ο βυθός της 43χρονης γυναίκας που πνιγεται από τα χέρια εκείνου που σφίγγουν τα μπράτσα μου για τελευταία φορά. Κανείς δεν κινείται. Κανείς δεν θα κινηθεί. Κανείς δεν θα σώσει το κορίτσι. Κανείς δε θα σώσει τη γυναίκα. Είμαι στον βυθό και πνίγομαι. Πίνω νερό. Τα χέρια του απότομα αφήνουν τα μπράτσα μου και απομακρύνονται από το κορμί μου. Κι όμως, ακόμα πνίγομαι. Κάνει μεταβολή και κινείται γρήγορα προς τα σκαλιά της εξόδου, παίρνει τα μάτια, τα χείλια, το σβέρκο, τις μυρωδιές και όλους τους μικρούς θανάτους και εξαφανίζεται. Πίνω κι άλλο νερό. Ακούω την παχουλή κυρία με το πετσετέ φόρεμα να φωνάζει στο παχουλό κοριτσάκι, τον σκύλο που ξύπνησε να ξεφυσάει με δυσφορία, τους φαντάρους να αποχαιρετιούνται στα πεταχτά. Το τρένο στριγγλίζει φρενάροντας. Ήρθε. Εκείνος έφυγε. Πίνω νερό.

 

 

φωτό: Δ.Νικολάου
Λιωμένο παγωτό

Λιωμένο παγωτό

Καλοκαίρι. Ιούλιος με βροχή και αέρα, λες και είναι φθινόπωρο. Μέσα μου έχω αρχίσει να αντιδρώ νωχελικά σ΄αυτή την απότομη αλλαγή. Μυρίζω ακόμα το αντιηλιακό πάνω μου. Είμαι καλοκαίρι. Μυρίζω τη βροχή. Είναι φθινόπωρο. Παραξενεύομαι. Αγγίζω την κόκκινη ξεφλουδισμένη μύτη μου και επιστρέφω νοερά στη μεγάλη ομπρέλα δίπλα στη θάλασσα («είμαι καλοκαίρι»), καθώς κοιτάζω την τέντα να τραντάζεται από τον αέρα («είναι φθινόπωρο»). Θέλω να φάω παγωτό, αλλά ξαφνικά μου φαίνεται πολύ λάθος. Με σοκάρει αυτή η διαπίστωση. Τραντάζονται και τα συναισθήματά μου, ξεκολλούν από μέσα μου και ορμούν απειλητικά κατά πάνω μου, σαν ένα τεράστιο κύμα αγριεμένης θάλασσας. Η θλίψη μιμείται τη βροχή και με μουλιάζει, η ταραχή αντιγράφει τη μανία του αέρα. Είμαι φθινόπωρο. Πέφτει η γλάστρα στο μπαλκόνι (η ταραχή μου την έριξε ή ο αέρας;) Μουντός καιρός μέσα έξω μέσα Ιουλίου. Προσπαθώ να ανακτήσω τον έλεγχο, να γίνω καλοκαίρι. Όλα είναι φθινόπωρο μέσα έξω μέσα Ιουλίου. Αναρωτιέμαι με σοβαρότητα αν τα συναισθήματα ενισχύουν τα φυσικά φαινόμενα. Αναλογίζομαι αστραπιαία πόσο απίθανο μπορεί να είναι αυτό, αλλά δεν το απορρίπτω. Κλείνω τα μάτια και φαντάζομαι τη μελαγχολία να βγαίνει μέσα από το στόμα μου, όπως ο καπνός του τσιγάρου, να εισχωρεί στην ατμόσφαιρα και να μεταμορφώνεται σε ψιλόβροχο ή καταιγίδα. Βρέχει μελαγχολία. Ακούω τον ήχο της βροχής. Νιώθω μόνη. Ακούω το νερό στο ντουζ να τρέχει. Δεν είμαι μόνη. Ένας άντρας πλένεται. Με σοκάρει και αυτή η διαπίστωση. Ο άντρας αυτός ανήκει κάτω από τη μεγάλη ομπρέλα δίπλα στη θάλασσα, τα χέρια του είναι που απλώνουν το αντιηλιακό στην πλάτη μου. Τώρα βρέχει και η τέντα τραντάζεται. Έρχομαι αντιμέτωπη με τον εαυτό μου εξαιτίας της παρουσίας του εδώ, έχω χωριστεί στα δύο και τσακώνομαι μεταξύ μου: καλοκαίρι ή φθινόπωρο; Ο άντρας τέλειωσε το ντουζ, ανεβαίνει τη σκάλα, είναι εδώ. Η σύγχυσή μου πλύθηκε, ανέβηκε τη σκάλα μαζί του, είναι εδώ. Όλοι εδώ είμαστε. Ο άντρας βγάζει ένα παγωτό από την κατάψυξη. Τον κοιτάζω και χαμογελώ αμήχανα, καθώς βλέπω τη σύγχυσή μου στο ψυγείο δίπλα του, τυλιγμένη σε μια πετσέτα, να μου χαμογελά πειρακτικά- υγρή σέξυ σύγχυση. Της ζητώ να πάει μια βόλτα στο βροχερό Ιούλιο και να με αφήσει μόνη μαζί του και το παγωτό να ζήσω θερμό καλοκαίρι. Θέλω να φύγει για να λιώσω από τη ζέστη του. Θέλω να δω το σώμα μου και την αίσθηση του εαυτού μου να χάνουν τα όριά τους. Θέλω να γίνω το παγωτό στα χέρια και στο στόμα του, λιωμένο παγωτό, να λερώσω τα ρούχα του, να κολλήσω πάνω του, να με γλείψει αχόρταγα μέχρι να εξαφανιστεί κάθε ίχνος μου. Στη σκέψη αυτή ιδρώνω από έξαψη. Μυρίζω αντιηλιακό. Είμαι καλοκαίρι.

 

 

 

φωτό: Ανδρέας Θεολογίτης

http://photography.atheo.eu/

 

Να διασχίσει τη θάλασσα

Να διασχίσει τη θάλασσα

Βρίσκομαι σε μια γερμανική πόλη, σε ένα άγνωστο σπίτι, καθισμένη στην άκρη του κρεβατιού ενός δωματίου που το νιώθω απόμακρο και ανοικείο. Σκύβω να κοιτάξω τα παπούτσια μου. Ξαφνικά, η σκέψη ότι σήμερα θα ήταν η δεύτερη επέτειος του γάμου μου με κατακλύζει και με ακινητοποιεί. Δάκρυα κυλούν από τα μάτια μου και τα βλέπω να φτάνουν στο πάτωμα δίπλα στα παπούτσια που κοιτάζω. Έξω βρέχει δυναμικά. Εγώ ακίνητη κλαίω ακίνητα. Ακούω να μιλάνε γαλλικά στο διπλανό δωμάτιο. Στο άκουσμά τους ρίχνω ένα ανεπαίσθητο βλέμμα στον καθρέφτη της ντουλάπας που βρίσκεται ακριβώς μπροστά μου. Προλαβαίνω να σκεφτώ πόσο χάλια είναι τα μαλλιά μου και τί θα σκεφτούν οι γάλλοι για μένα, καθώς τα δάκρυα ακόμα στάζουν για τη χαμένη μου επέτειο.

Θυμάμαι πως πριν από 10 λεπτά είδα ένα βίντεο για μια ρημαγμένη από τον πόλεμο πόλη της Συρίας. Λέω στον εαυτό μου ότι ίσως να κλαίω για τη ρημαγμένη πόλη και όχι για τη ρημαγμένη επέτειο (μου φαίνεται πιο επίσημος λόγος να κλαίει κανείς και εγώ οπωσδήποτε θεωρώ τον εαυτό μου επίσημο). Δεν ξεγελιέμαι: το μικρό μέγεθος της προσωπικής μου εμπειρίας είναι πιο μεγάλο από το γιγάντιο μέγεθος της σαρωτικής εμπειρίας εκατομμυρίων άλλων. Κοιτάζω το πάτωμα με τη μικρή θάλασσα από δάκρυα και σκέφτομαι αυτούς τους εκατομμύρια άλλους. Θέλω να γίνω πρόσφυγας, να φύγω απ΄αυτή τη ρημαγμένη επέτειο. Να έρθει μια διαφορετική σκέψη για να διασχίσω τη θάλασσα προς κάποιο άλλο μέρος μέσα μου, εύχομαι πιο φιλόξενο.

Πεινάω. Γατζώνομαι από την πείνα μου. Αυτή θα με πάει απέναντι, σκέφτομαι. Θυμάμαι τα μπισκότα που έχω αφήσει πάνω στο τραπέζι της κουζίνας. Η σκέψη τους με προκαλεί, αλλά όχι αρκετά ώστε να διαταράξει την ακινησία μου. Αστραπιαία συντάσσω μια μικρή λίστα με πιθανές λιχουδιές που θα μπορούσα να αγοράσω όταν βγούμε έξω. Τα δάκρυα κυλάνε ακόμα, η θάλασσα μεγαλώνει και εγώ είμαι ακόμα στην ίδια όχθη. Αναρωτιέμαι πώς μπορεί να συμβαίνει αυτό: το σώμα μου σε μια κατάσταση και το μυαλό μου σε μια άλλη. Το σώμα μου ακίνητο ακόμα στη χαμένη επέτειο – σ΄αυτή τη φευγαλέα σκέψη που γεννήθηκε δεκάδες σκέψεις πριν, πολύ πριν μεσολαβήσουν οι πρόσφυγες, τα μπισκότα, οι γερμανικές λιχουδιές και τα ανυπάκουα μαλλιά μου – και το μυαλό μου σε συνεχή κίνηση. Είμαι μια ταινία της οποίας η εικόνα έχει παγώσει, ενώ ο ήχος προχωράει κανονικά.

Ακίνητο σώμα. Ακίνητο σώμα με κινούμενα δάκρυα και κινούμενες σκέψεις. Ξαφνικά νιώθω ένα γαλλικό σώμα να κινείται προς το δωμάτιο και ένα άλλο να κατευθύνεται προς την κουζίνα (λες να πηγαίνει στα μπισκότα;) Ακίνητο σώμα με κινούμενα δάκρυα, κινούμενες σκέψεις και κινούμενα γαλλικά σώματα γύρω του. Το γαλλικό σώμα πλησιάζει. Σκέφτομαι ότι δε θέλω να δει την ακινησία μου. Απότομα, τα δάκρυα τελειώνουν. Το γαλλικό σώμα πλησιάζει κι άλλο. Τα μαλλιά μου είναι χάλια. Το γαλλικό σώμα είναι σχεδόν εδώ. Τα μπισκότα στο τραπέζι της κουζίνας είναι ακόμα εκεί. Το γαλλικό σώμα στέκεται τώρα ακίνητο στην πόρτα του δωματίου. Η τελευταία σκέψη που κάνω είναι ότι πρέπει να χαμογελάσω. Περνάω απέναντι, διαπιστώνω με αποστασιοποίηση, καθώς σηκώνω το βλέμμα από τα παπούτσια και τη θάλασσα για να στρέψω χαμογελαστά το κεφάλι μου προς το ακίνητο γαλλικό σώμα. Η ακινησία λήγει. Το χαμόγελό μου θερμαίνεται. Νιώθω τη φιλόξενη αίσθηση της απέναντι όχθης με ανακούφιση.

Η βροχή σταμάτησε, μου λέει το γαλλικό σώμα, πάμε να φάμε. Αστραπιαία γυρίζω πίσω στη μικρή λίστα με τις πιθανές γερμανικές λιχουδιές, και από εκεί στα μπισκότα πάνω στο τραπέζι της κουζίνας, στην πείνα που θα με πέρναγε απέναντι, στη θάλασσα που ήθελα να διασχίσω, στους πρόσφυγες, στη ρημαγμένη πόλη, στη χαμένη μου δεύτερη επέτειο γάμου. Δάκρυα κυλάνε στο πρόσωπό μου καθώς κοιτάζω ακίνητη το ακίνητο γαλλικό σώμα.

 

 

φωτό: Δ.Νικολάου